Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

O Χαρταετός (Οδυσσέα Ελύτη)


Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
εμένα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος”
όλο δέντρα πον έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελονσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς”
φοβόμουνα και μον άρεσε.
Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους “κάτω”·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια”
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα”
” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης”
το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει”
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα”.
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

-Από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Μαρία Νεφέλη”, Ίκαρος, 1978
-Αναφορές του ibis blog στην ζωή και το έργο του Έλληνα ποιητή εδώ.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ω γλυκύ μου έαρ

Εγκώμια - Επιτάφιος Θρήνος - Αι γενεαί πάσαι
( Στάση Τρίτη )


Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;

Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.

- Ολόκληρο το τροπάριο εδώ και εδώ

[ Φωτογραφία ] : boston

18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας – Έτος Αφιερωμένο στον Γιάννη Ρίτσο

Το 2009 συμπληρώνονται 100 χρόνια από την γέννηση του Γιάννη Ρίτσου και η χρονιά που διανύουμε είναι αφιερωμένη στον Έλληνα ποιητή. Το ibis blog συνεχίζει τις αναφορές του σπουδαίο πνευματικό και σας παρουσιάζει τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας. Μια σπουδαία ποιητική αναφορά που ίσως αποτελεί την πιο εκφραστική,συναισθηματική και συνάμα πλούσια γλαφυρή, περιγραφή της ελληνικής ψυχοσύνθεσης. Την ρωμιοσύνη μην την κλαις.....
Ο Γιάννη Ρίτσος συλλαμβάνεται από την χούντα και εξορίζεται στην Γυάρο, την Σάμο και την Λέρο. Κάτω από δύσκολες συνθήκες ο ποιητής συνθέτει τα ποιήματα και τα στέλνει κρυφά στον αυτοεξόριστο Μίκη που βρίσκεται στην Γαλλία. Ο ποιητής γράφει τα τετράστιχα μετά από παρότρυνση του Έλληνα μουσικοσυνθέτη. Ο Μίκης βρίσκεται στο Παρίσι και μελοποιεί (1971 – 1973) τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας τα οποία παρουσιάζονται στις 17/01/73 στο Albert Hall. Η επιρροή στο στίχο από τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.

Ο Βασιλιάς του Σωρού – μέρος πρώτο

Τα 4 blogs (αντιπάριος, antipariafwni, ibis, antiparos-blog) σας παρουσιάζουν το Τζιμάκο στην παράσταση για ένα ρόλο “Ο Βασιλιάς του Σωρού” Παίζουν: Τ.Π.(Τζίμης Πανούσης στο ρόλο του βασιλιά) Α.Κ.(Αθανασία Κουρέτα στο ρόλο του ρεπόρτερ) BL.(οι τέσσερις Bloggers στο ρόλο τους)
Τ.Π.: Να αρχίσω;

BL: Εμείς έχουμε ετοιμάσει κάποιες ερωτήσεις που θα σου υποβάλλουμε, ό,τι δεν θέλεις να απαντήσεις το προσπερνάμε. Αλλά άμα θες να πεις πρώτα κάτι πες το.

Τ.Π.: Να βάλουμε ένα τίτλο αρχικά σ’ αυτό… ένα τελεσίγραφο, έναν τίτλο τελεσίγραφο.. “ΜΑΥΡΟΧΡΗΜΑΤΑΔΕΣ ΝΑ ΦΥΓΕΤΕ ΝΑ ΠΑΤΕ ΑΛΛΟΥ’’. Είναι ένα τελεσίγραφο από τον Τζιπάκο, παλιά ήμουνα Τζιμάκος. Λανσάρω ένα παρατσούκλι όπως συνηθίζεται εδώ στο νησί, όλοι εδώ έχουν τα παρατσούκλια τους. Εγώ δεν είμαι Δημήτρης, είμαι Τζίμης και είναι τελείως διαφορετικό. Το όνομα είναι πολύ σημαντικό, αλλά θα τα πούμε και μετά αυτά. Πες μου την πρώτη ερώτηση.

Α.Κ.: Πόσο αντιπαρόψυχος αισθάνεσαι;

Τ.Π.: Εγώ αισθάνομαι αντιπάριος… Όχι γέννημα, θρέμμα. Είμαι εδώ από το βρώμικο ‘…